Όταν μπαίνετε στην ψυχή κάποιου θα πρέπει να βγάλετε τα παπούτσια σας... και να περπατήσετε στις μύτες των ποδιών. Τα ιερά μέρη πρέπει να γίνονται σεβαστά. Α.Παπαδάκη
Σάββατο 26 Μαρτίου 2022
γενιές
Τρίτη 22 Μαρτίου 2022
Πέμπτη 17 Μαρτίου 2022
Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2022
επαρχία...
.. αλήθειες..
Κυριακή 25 Ιουλίου 2021
Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021
κι άλλο πρωινό νομίζω 22 Ιουλίου κάπου εκεί
Τετάρτη 21 Ιουλίου 2021
καιρός
Τετάρτη 3 Ιουλίου 2019
Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019
Κυριακή 23 Ιουνίου 2019
Πάει καιρός
Πάει καιρός που δεν έχουμε επικοινωνήσει... Πάει καιρός..
Κι εγώ εδώ προσπαθώ και μάλλον τ α καταφέρνω... Αν εξαιρέσεις μια δυο περιπέτειες υγείας.. Καμπανάκι τα λέμε...
Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018
Ο μύθος των Χριστουγέννων..
Ο μύθος των Χριστουγέννων κρατιέται με τη βία απ' τα παράθυρα και από τις πόρτες, κρεμασμένος σε πανύψηλα κι αφιλόξενα σύγχρονα σκυθρωπά κτίρια. Τον συντηρούν οι δραστηριότητες της αγοράς, τα συμφέροντα των εμπόρων, οι ανελεύθερες κυβερνήσεις και οι ακόμη πιο ανελεύθερες θρησκευτικές οργανώσεις, τέλος, οι αστοί και οι εργατικοί, πρόσφατοι μετανάστες στην αστική τάξη, που κατ' ουσίαν κυβερνάν τον κόσμο μας, και που επιθυμούν θρησκευτικές αιτιολογίες και παραδόσεις για διασκέδαση, απόλαυση κι' αμεριμνησία.
Ούτε για τα παιδιά, δεν έμειναν τα σύμβολα ανέγγιχτα. Κι αυτά ακόμη προσπαθούν να ονειρεύονται μέσα από τις εφιαλτικές ειδικές εκπομπές της τηλεόρασης, κι από ένα σπίτι που τις μέρες αυτές, δεν έχει να προσθέσει κανένα αληθινό αγαθό, ούτε υποδομή για μια γενναία ονειροπόληση -ονειροπόληση ενός κόσμου ιδανικού, που να τον κυβερνάει ο Χριστός και οι Άγιοι του, με αρχηγό τον Αη Βασίλη. Ιδιαίτερα στον τόπο μας, τα Χριστούγεννα γίνανε μέρες συναλλαγής και αυτοϊκανοποίησης. Ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή παράσταση...
Η γέννηση του Χριστού παραμένει πια μια επέτειος άγονη και χωρίς αίσθημα. Και η Αθήνα, σαν καπνιστό τσουκάλι οινομαγειρείου χωρίς φωτιά και θέρμανση, ζει την αγιότητα των ημερών, σκυθρωπά, άχαρα και κουρασμένα. Οι δρόμοι σκοτεινοί, φαντάζουν απείρως σκοτεινότεροι έτσι καθώς περιέχουν ολοένα και περισσότερο, αναίδεια, αναπηρία και ανανδρία.
Η δυστυχία ολοφάνερη στα μάτια των γερόντων, που φεύγουν κάθε μέρα από κοντά μας θλιμμένοι κι απροστάτευτοι, γνωρίζοντας καλά πια πως γεννήσανε λειψούς ανθρώπους και πολύ χιόνι, που ατέλειωτα θα τους σκεπάζει στους αιώνες. Τα κάλαντα, τα δώρα και οι αγιασμοί, δεν πείθουνε κανένα ότι προσφέρουνε αγάπη και παράδοση. Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται θλιμμένες, είναι ότι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες.
Τα κάλαντα, τα δώρα και οι αγιασμοί, δεν πείθουνε κανένα ότι προσφέρουνε αγάπη και παράδοση. Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται θλιμμένες, είναι ό,τι διαθέτει ο κόσμος μας για να αγαπάς τις μέρες τούτες.
Κι έτσι που ο μύθος των Χριστουγέννων έγινε δίσκος τουρισμού, ζωγραφική σε λαϊκή αγορά, σύνθημα αυτοκόλλητο σε πρακτορείο Προ-Πό, βγήκανε για σεργιάνι χιλιάδες αυτοκίνητα, να πουν τα κάλαντα τα εθνικά, τα θρησκευτικά και τα καταναλωτικά. Πόσο μας ξεκουράζει αυτό το ράντισμα πετρελαίου εις τας οδούς, για να στολίσουμε το σπίτι, για να φωτογραφίσουμε το στολισμένο κέντρο της πόλης, ν' αφήσουμε τα δώρα μας στους τροχονόμους αστυνομικούς και τέλος να επιστρέψουμε κατάκοποι την μεσημβρία σπίτι μας, για το απαραίτητο και παραδοσιακό γεύμα παραμονής...
Απόσπασμα από το κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι «Η γέννηση του Χριστού και οι αμαρτίες των νεαρών μαθητών όταν παραβιάζουν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας» που απήγγειλε στο ραδιόφωνο ο συνθέτης την Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 1978 και δημοσιεύτηκε αργότερα στην ανθολογία «Τα σχόλια του Τρίτου» (Εκδόσεις Εξάντας).
Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018
Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018
Πγδμ
ΕΧΟΥΜΕ ΑΚΟΥΣΕΙ ΕΝΑ ΚΑΡΟ ΣΑΧΛΑΜΑΡΕΣ ΤΟΣΕΣ ΜΕΡΕΣ ΑΚΟΥΣΤΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ.
Θέλεις να αλλάξει η επίσημη ονομασία της ΠΓΔΜ έτσι ώστε να μην περιέχει τη λέξη "Μακεδονία" μέσα; Η λύση είναι απλή. Φτιάχνεις μια χρονομηχανή, και:
-Πας πίσω στις 2 Δεκεμβρίου του 1991 και σταματάς τον Αντώνη Σαμαρά από το να υπογράψει ως υπουργός εξωτερικών το κοινοτικό έγγραφο 3567/91, όπου αναγνωρίζεται η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και αναφέρεται ξεκάθαρα πως ένα από τα κράτη που δημιουργούναι στη θέση της λέγεται "Δημοκρατία της Μακεδονίας". Μια που είσαι εκεί, πείθεις και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ότι δεν πρέπει να αποδεχτεί σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, καθώς και ότι το θέμα δεν θα έχει ξεχαστεί σε 5-6 χρόνια.
-Μετά ταξιδεύεις ακόμα πιο πίσω, στις 18 Ιουνίου του 1959, και αποτρέπεις τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από το να υπογράψει διακρατική συμφωνία με την τότε Γιουγκοσλαβία, όπου αναγράφεται ρητά ο όρος "Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας".
-Στη συνέχεια πας στο 1944 και σκοτώνεις τον Τίτο, γιατί ήταν αγύριστο κεφάλι και δεν θα δεχόταν με τίποτα να μην ονομάσει "Μακεδονία" την νοτιότερη επαρχία του. Για σιγουριά, πετάγεσαι και 10 χρόνια πιο πίσω και κάνεις φασαρία στη συνεδρίαση της Γραμματείας Βαλκανικών Κρατών της Κομμουνιστικής Διεθνούς, απαιτώντας να μην συμπεριληφθεί στα πρακτικά αναφορά για μακεδονική εθνική ταυτότητα και τέτοιες σαχλαμάρες.
-Έπειτα κάνεις μια στάση στο 1912, κερδίζεις μόνος σου τους Βαλκανικούς Πολέμους και εντάσσεις την περιοχή που σήμερα αποκαλούμε ΠΓΔΜ στην επικράτεια του Ελληνικού Κράτους. Επειδή όμως ακόμα κι έτσι θα έχεις Σλάβους που θα αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες,
-Πας καμιά χιλιετία πίσω και τους ξεφορτώνεσαι όλους, πριν πατήσουν το πόδι τους στα Βαλκάνια. Αν δεν σου αρέσουν οι γενοκτονίες χτίζεις ένα μεγάλο τείχος για να τους κρατήσεις μακριά, μη μολύνουν με τα γονίδια τους το καθαρό DNA των Βυζαντινών (που ως γνωστόν δεν ήταν Ρωμαίοι και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς, αλλά μόνο Έλληνες).
-Για να μη γίνει καμιά μαλακία, πας ακόμα πιο πίσω, στην εποχή των Πτολεμαίων, και τους πείθεις να μείνουν ενωμένοι, γιατί αλλιώς θα παρακμάσουν και θα έρθουν να τους πάρουν την εξουσία από τα χέρια οι Ρωμαίοι και διάφοροι άλλοι βάρβαροι.
-Κι επειδή οι Πτολεμαίοι ήταν λίγο μαλάκες και δεν μπορείς να τους εμπιστευτείς, πας στο 323 π.Χ. και σώζεις τον Μέγα Αλέξανδρο, ώστε να ζήσει μέχρι τα βαθιά γεράματα, να κατακτήσει όσους τόπους γουστάρει και να φροντίσει να τον διαδεχτούν σοβαροί άνθρωποι που θα κάνουν την Αυτοκρατορία του να κρατήσει μέχρι σήμερα.
Επιστρέφοντας στο παρόν, διαπιστώνεις ότι ο κόσμος έχει αλλάξει τελείως: η Μακεδονία είναι 100% ελληνική και χωρίς ούτε μισό Σλάβο, η Κωνσταντινούπολη παραμένει δική μας (αν και σχετικά υποβαθμισμένη συγκριτικά με τα μεγαλεία που δεν θα έχει ζήσει ποτέ), οι Γερμανοί τρώνε ακόμα βελανίδια και μας χρωστάνε τα μαλλιοκέφαλα τους, και η Θεσσαλονίκη έχει μετρό εδώ και κάναν αιώνα. Μπορεί βέβαια μέσα σε όλες αυτές τις ιστορικές καραμπόλες και ανακατατάξεις να μην έχει γεννηθεί ποτέ ο παππούς σου και εσύ να ξεθωριάσεις και να εξαφανιστείς σαν τον Μάρτι ΜακΦλάι στην "Επιστροφή στο Μέλλον", αλλά το χρέος σου σαν πατριώτης θα το έχεις κάνει και η πραγματικότητα θα έχει διαμορφωθεί όπως θέλεις εσύ και όχι όπως την ήξερες πριν ξεκινήσεις το ταξίδι με τη χρονομηχανή σου...
Τόσο εύκολα ξεχνάμε όσα έκαναν οι πρόγονοί μας...
Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018
Είμαι καλά
Είμαι καλά, να λες..!
Για όσες φορές μπήκες σε ξένα παπούτσια που σε στένευαν.
Για όλες τις νύχτες που αποκοιμήθηκες κλαίγοντας.
Για τις αγκαλιές που έδωσες και έμεινες με χέρια άδεια.
Είμαι καλά, να λες!
Για τα λόγια που υπερεκτίμησες και δεν έπρεπε.
Για το χώρο που έδωσες και τελικά έμεινε κενή η θέση δίπλα σου.
Για όλους τους δρόμους εκείνους που σε υποδέχτηκαν άδειοι.
Για το λάθος μονοπάτι που πήρες σε κάποιο βουνό και χάθηκες.
Είμαι καλά, να λες!
Για εκείνους που δε σε πίστεψαν πως θα τα καταφέρεις.
Για ο,τι σκόρπισε.
Για ο,τι δε τηρήθηκε .
Είμαι καλά να λες.
Είμαι καλά!
– Λουκρητία Βοργία
Σάββατο 25 Αυγούστου 2018
Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018
Αλκυόνη Παπαδάκη
Πάρε το βλέμμα σου από τα πόδια σου… Κοίταξε πέρα, μακριά, στον ορίζοντα… Εκεί σε περιμένει η ζωή… Μπροστά… Αλκυόνη Παπαδάκη
Η ζωή δεν μαθαίνεται από δεύτερο χέρι..
Δεν είναι μια κυρία που φτάνει μόνο να στη συστήσουν
με όλους τους κανόνες της ευγένειας κι εσύ
να χαμογελάς,.. να κάμεις ελαφρά υπόκλιση και
να πεις χαίρω πολύ…
Ζήσε για να μάθεις…
Πάρε τα ρίσκα σου..
Μη φοβάσαι…
Δεν ειναι πιά η ζωή μου μια πορεία στην έρημο...
ξαφνικά η έρημος γέμισε κόκκινα τριαντάφυλλα...
ξαφνικά οι μέρες μου γέμισαν ήλιο...
ξαφνικά οι νύχτες μου γέμισαν δίδυμα φεγγάρια....!!!!
Γιια κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!!!!
Δε χάθηκε ο ήλιος... στο σκούρο σύννεφο κρύφτηκε...
περίμενε λίγο... όλα θα αλλάξουν
Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο...
Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου...
Να σου στείλω ένα μήνυμα... Κι εσύ δεν άκουγες...
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει...
Μόνο οι πολύ δυνατοί, οι πολύ οχυρωμένοι τα βγάζουν πέρα.
Κι εγώ δεν ήμουν ποτέ τόσο δυνατή.
Και καθόλου οχυρωμένη.
Εσύ ήσουν πάντα ένας καλός καραβοκύρης.
Είχες πυξίδα...
Κρατούσες την ρότα σου σταθερή..
Άραξες το σκέφος σου σε απάνεμο λιμάνι..
Εγώ το δικό μου το βούλιαξα...
Ναυάγησα...
Ήρθα εδώ γιατί με πέταξαν τα κύματα...
Ταξίδευα σ' ένα άγνωστο πέλαγος κι είχα τ' αυτιά μου ανοιχτά μόνο για τις σειρήνες..
Όπου μου λεγαν πήγαινα...
να παιχνίδι είναι ο έρωτας και εσύ δεν το έμαθες ακόμη...
...
Τι λες πως είναι η ζωή;
Ένα λουλούδι, μια δροσιά, ένα τραγούδι!
Μη με κοιτάς... θέλει βουτιά ο έρωτας...
"Κι αν θες να ξέρεις, δεν υπάρχουν ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο κακοί. Όλοι είμαστε λίγο απ' όλα. Ανάλογα με το τοπίο, αλλάζουμε μορφή. Κάπως σαν τους χαμαιλέοντες."
«Τι παλιόκαιρος σήμερα… Βρέχει από το πρωί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η νοσταλγία έχει το άρωμα της βροχής…»
«Αυτός ο κόσμος ο κερατάς- μου ‘λεγε μια φορά η φίλη μου η Βιργινία – λες κι είναι καμωμένος μόνο γι’ αυτούς που ξέρουν να καταπατούν. Γι’ αυτούς που στήνουν ταμπέλες. Που κάνουν περιφράξεις και βάζουν μέσα άγρια σκυλιά για φύλακες. Αυτός ο κόσμος ο κερατάς λες κι είναι καμωμένος, μόνο για μπρατσωμένες ψυχές.»
«Τι θα ‘κανα χωρίς εσένα Νανώ… (Μου ‘γραφε κάποτε σ’ ένα σημείωμα). Τι αξία θα είχαν οι ακρογιαλιές της ψυχής μου, αν δεν στεκόσουνα εκεί, να με περιμένεις…»
«Τα κύματα σ’ οδηγούν εκεί που θέλουν να σε ξεβράσουν. Είναι να μη βρεθεί η ψυχή σου, άδειο κοχύλι, πεταμένη στο θυμό τους. Κάποιοι όμως είναι τυχεροί. Στ’ άδεια κοχύλια της ψυχής τους οι Γοργόνες κρύβουν τα τραγούδια τους. Κάποιοι… δε θα τους βρεις σε κάθε βήμα σου…»
«Το πιο όμορφο γαλάζιο της ψυχής μου το ξόδεψα προσπαθώντας να γλυκάνω το βλέμμα της απουσίας.»
«Συμβαίνει κι αυτό. Να ‘χεις ρίξει κάτω τον άλλον κι ύστερα να βγαίνεις στη ράχη του, να χοροπηδάς και να προσπαθείς να τον πείσεις (συχνά τον πείθεις) πως είναι ένοχος, γιατί η ράχη του έχει κόκκαλα και σου πληγώνουν τα βελούδινα ‘’πατουχάκια’’ σου…»
«Πάνω σ’ ένα ζουμπούλι, ξεψύχησε η Άνοιξη…»
«Αν δεις την ψυχή μου με ματωμένα γόνατα να τρέχει κοντά σου, μην τρομάξεις. Δεν είναι τίποτα καλέ. Από το παιχνίδι είναι. Όλα τ’ απογεύματα της ζωής τα πέρασα παίζοντας κυνηγητό με τα όνειρά μου.»
«Αυτό το ''απόλυτα εντάξει'' πάντα με τρόμαζε. Μου δημιουργούσε μια αποστροφή κάτι σαν ναυτία. Κάτι μου ‘λεγε πως η αγάπη δε βολεύεται στην απόλυτη τάξη. Είναι στο λίγο, στο ελάχιστο φάλτσο. Στο αδιόρατα στραβό. Δεν είναι πουκάμισο κολλαριστό η αγάπη. Είναι ρούχο τσαλακωμένο. Φορεμένο. Με τα σημάδια του ιδρώτα να διακρίνονται πάνω του.»
«"Να ονειρεύεσαι ..." μου 'λεγε ένας φίλος που μ' αγαπούσε και με ήξερε καλά.
Τα όνειρα, συνήθως προδίδουν.
Παραπλανούν.
Καμιά φορά και σκοτώνουν.
Όμως, δεν γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι ...
Δεν έχει νόημα.
Δεν έχει ουσία.
Να ονειρεύεσαι!
Κοίτα μόνο να 'χεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου.
Τότε σώζεσαι ...
Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου;
Τίποτα δεν είναι στη ζωή, το παν!
Έχει και παρακάτω ...;
Έχει κι άλλο ...
Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα!
Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!»
«Καθένας έχει διαλέξει μόνος του το σταυρό του, άσχετα αν δεν το παραδέχεται, ή αν δεν το συνειδητοποιεί πολλές φορές.»
«-Εγώ την τρέλα μου την φοράω καπέλο, μεγάλε. Δεν την αφήνω να μου γίνει θηλιά. Κι όσο για την παράγκα μου, μόλις δω πως πιάνει κοριούς, ανάβω ένα σπίρτο και την καίω. Δεν το ‘χω για τίποτα. ‘’Πόσο κάνει;’’ Λέω στη μοίρα μου. Τι χρωστάω; Τόσο… Μου λέει. Παρ’ τα και δίνε του. Έχω ένα ραντεβουδάκι με την επόμενη μέρα…»
"Δε φοβήθηκα ποτέ μου τη βροχή. Φοβήθηκα πολλές φορές όμως αυτούς που μου φώναζαν να γυρίζω πίσω για να μου δώσουν μια ομπρέλα.»
«-Σκέφτομαι… Σκέφτομαι… Γιατί να μην έχουν οι άνθρωποι ουρά, Νανώ; Μη γελάς. Θα την κουνούσαν όπως τα σκυλιά και θα καταλαβαίναμε από μακριά τις προθέσεις τους. Σου είπα, μη γελάς…»
«Άσχετο, αλλά:
Ποτέ μου δεν αγάπησα τους θριαμβευτές. Τους τροπαιούχους.
Πάντα με φοβίζει το ποδοβολητό των καβαλάρηδων.
Αγάπησα τους μοναχικούς. Τους ορειβάτες. Τους κουρασμένους παλιάτσους.
Αγάπησα αυτούς που έχουν ένα στυφό χαμόγελο και ψάχνουν ένα ανθισμένο κλαδί, για να ενωθούν ξανά με τη ζωή.
Αυτούς που όταν γλιστρήσουν στη λακκούβα με τα λασπόνερα, γελάνε με το χάλι των ποδιών τους.
Καθόλου δε λυπάμαι που με πέταξε έξω από τη δεξίωση ο πορτιέρης, γιατί δε φορούσα το κατάλληλο ένδυμα.
Λυπάμαι μόνο που σπατάλησα πολύτιμο χρόνο, ψάχνοντας τις λάθος διευθύνσεις, που μου είχαν χώσει στην τσέπη διάφοροι επιτήδειοι.
Λυπάμαι μόνο που δεν μπορώ πια να φοράω κατάσαρκα το βλέμμα των ανθρώπων.»
«Θυμάμαι ακόμα εκείνο το γλάρο τον μοναχικό. Πετούσε γρήγορα προς την αντικρινή στεριά, σαν να ήθελε να γλυτώσει από το βλέμμα του Θεού. Θυμάμαι ακόμα εκείνη τη θάλασσα. Τόσο απόλυτα, τόσο αλαζονικά γαλάζια…»
ιαφορετικό
άρωμα άγριου κύμινου
Ενοχή
σαν τα καπέλα των μανιταριών, κάτι σαν μούχλα από μπαγιάτικο ψωμί
Έρωτας
άρωμα ροδακινιού
Λάθος
άρωμα κόκκινου σταφυλιού
Νοσταλγία
σαν μανουσάκι στο λόφο, την ώρα του δειλινού
Όνειρο
άρωμα δυνατό, μεθυστικό, άρωμα νάρκισσου
Πάθος
αφρισμένη θάλασσα και σάπια φίκια, μια βαριά μυρωδιά ιωδίου
Φιλί
μυρωδιά άγριου τριαντάφυλλου
Φόβος
μυρωδιά καμένου ρούχου
Χάδι
μυρωδιά κανέλας
Χαμόγελο
άρωμα μανιταριού, όταν του πατάς τη φλούδα με το νύχι σου
Η αγάπη, μια σιγανή βροχή που τραγουδάει πάνω στη λαμαρίνα, αυτό πρέπει να είναι η αγάπη. Το πάθος σεληνιάζεται, μάτια μου. Αφηνιάζει σαν το μουλάρι κι αρχίζει το ποδοβολητό. Ουαί και τρισαλίμονο σ’ όποιον βρεθεί στο πέρασμα του! Δεν έχει έλεος το πάθος, δεν έχει σταματημό...
Φύλλο δεν κουνήθηκε. ... άνοιξε με δύναμη την ουρά της και γρατσούνισε τα όνειρα μιας νυχτερίδας που είχε κρεμαστεί ανάποδα στο γιακά της σιωπής.
Σε πνίγει η αγάπη όταν σε πιάνει από το λαιμό, έτσι δεν είναι, ...; Έτσι ακριβώς, .... Η αγάπη πρέπει πάντοτε να σε συνοδεύει· να σου κρατάει συντροφιά· να γέρνεις στον ώμο της και να ονειρεύεσαι. Αν πέσει απάνω σου και σε πλακώσει, τελείωσες.
Που ξέρω; Μπορεί να της είπαν, πως μόνος του κανείς γίνεται από σκουλήκι πεταλούδα. Μόνο που πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί. Μπορεί να της είπαν, πως ολ’ αυτά τελικά είναι όνειρο, μια φαντασίωση, μια κυριακάτικη εκδρομή στο βλέμμα του Θεού... Που ξέρω;
Χα, οι άνθρωποι! Κατεβάζουν ολόκληρο στόλο και βάζουν μπρος τα κανόνια για να κυνηγήσουν ένα ζευγάρι κοχύλια που ξελογιάστηκαν και βγήκαν τσάρκα στην αμμουδιά. Ένα ζευγάρι Κατειρήνες που ήθελαν να γίνουν κάποτε αστέρια.
Τι μπορεί να προσφέρει, αλήθεια, ένα κίτρινο φύλλο, που θέλησε να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού; Μπορεί να μάθει το ποτάμι να ονειρεύεται...
Να είχα, λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα... Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα... Να ‘ρχόντανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα νουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου το θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω, σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.
Η ερημιά είναι όπως η φωλιά της αράχνης, .... Μόνος του την πλέκει κανείς. Βγάζει την κλωστή από μέσα του, σαν το σάλιο.
Έμαθα να χτίζω τείχη όχι για να εμποδίσω κάποιους να μπουν στη ζωή μου, αλλά για να δω ποιοι θα σκαρφαλώσουν για να μπουν στην καρδιά μου...
"Αυτού του είδους οι στροφές είναι άτιμες. Συνήθως σε πετάνε στον γκρεμό. Δεν έχουν ορατότητα. Μόνο με τα μάτια της ψυχής μπορείς να τις ξεπεράσεις" Α.Π.
Είναι μερικοί που έχουν μέσα τους κακοφορμισμένες
πληγές. Πλησίασέ τους.Μην τους ψηλαφάς.
Πληγώθηκε. Δώσε το χέρι σου στον άλλον χωρίς
να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει.
Σε αυτό το κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα.
Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη, στην απόγνωση...
Αυτή πια η ανόητη προσμονή σου,
πως οι "άλλοι" κάποτε θ αλλάξουν.
Ξέχνα την, να χαρείς.
Οι "άλλοι" την έχουν καταβρεί στην πουπουλένια σου πλατούλα.
Εσύ ν αλλάξεις ρότα. Τώρα. Αν μπορείς.
Αν δεν μπορείς τουλάχιστον μη θορυβείς...
Να γλύφεις τ'ακριβό σου ψεμματάκι και να το απολαμβάνεις, σαν ώριμο καρπό. Μόνο να ξέρεις, πως όταν φτάσεις στο κουκούτσι, πρέπει αμέσως να το φτύσεις. Μην ξεχαστείς και γλείφεις σαν ηλίθιος μια ζωή κουκούτσια.
Ίσως και να σε συμπαθουσα, αν παρεμενες μια απλή
σουπια. Αλλα όχι και να προσπαθείς να γράψεις
ιστορια με το μελάνι σου.....
Σ' έσπρωξε; Σ' έριξε κάτω και σε τσαλαπάτησε; Έβγαλε σουγία και σε χάραξε; Ε! Άφου μετά σου είπεsorry ο άνθρωπος!
Αναρωτιεμαι παντα γιατι λακιζουν τα ονειρα μολις φτασουν στην πυλη
της πραγματικοτητας.
Γιατι δεν μας περιμενουν εκει,να μας υποδεχτουν.....
Κι αν καποιο τυχει και ξεμεινει,γιατι γερνει μαραμενο και δακρυζει......
-Υστερα,με το περασμα του καιρου,απομακρυνθηκαμε.
Χαθηκαμε.
Μας πηρε παραμαζωμα η ζωη.
Ποτε δεν μπορεσα να καταλαβω πως γινεται να χανεσαι απο εκεινους
που πολυ αγαπησες.
Ν αφηνεις πισω σου βαλιτσες με πολυτιμες αποσκευες.
Τρεχει το τρενο, π αναθεμα το...Τρεχει περισσοτερο απο τις
αντοχες σου.Ζαλιζεσαι...
Κι ολο ονειρευεσαι να γυρισεις πισω,στους σταθμους που αγαπησες.
Στους σταθμους οπου ξεχασες τις πολυτιμες αποσκευες σου.
Ολο ονειρευεσαι...
«Αν έχεις μπροστά σου έναν τοίχο», έλεγε στον εαυτό της η Σαραγώ, «το πιο ανόητο είναι να παίρνεις φόρα και να κουτουλάς. Κάθησε κάτω, βολέψου κι άρχισε να προβάλλεις σ’ αυτόν τον τοίχο τα τοπία της δικής σου ψυχής. Έτσι κι αλλιώς, στην ουσία, όλοι είμαστε μόνοι. Μπορεί ν’ ανήκουμε στην αγέλη, αλλά καθένας κοιτάζει το δικό του αστέρι».
Ομως......Συμβαινει συχνα,οταν δε θελεις ν'αντικρισεις εκεινο που φοβασαι, να γυριζεις αλλου τα ματια σου. Ενω νιωθεις φανερα τον ισκιο του πισω σου, εσυ πλησιαζεις στο ανοιχτο παραθυρο, χαριεντιζεσαι και αναφωνεις: <Αχ! Τι ωραια θεα!!>
Όταν μετράω τα κουμπιά της ψυχής μου, πάντα μου λείπουν μερικά. Τα 'χασα; Μου τα κλέψανε; Τα κατάπια; Τα χάρισα; Κύριος είδε. Άντε τώρα να την κουμπώσω τη ρημάδα. Άντε να την προφυλάξω...
Ποσες φορες αληθεια συναρμολογησες τη διαμελισμενη σου ψυχη...;
Σαμπως θυμασαι...;
Ποσες νυχτες τρυπησες,για να βγεις στο φως...;
Ποση βροχη καταπιες...;
Ποσους ανεμους εκρυψες στην αγκαλια σου...;
Τωρα μου γραφεις..."Ειμαι καλα.Βρηκα μια θεση στη ζωη.Μπορει προσωρινα.Αλλα να ξερεις ειναι θεωρειο!
Επιτελους μου χαριστηκε Ο Θεος"
Αμ,δε στη χαρισε Ο Θεος τη θεση,ματια μου.
Στην πουλησε.Και μαλιστα,πανακριβα!
Θυμάσαι ένα χειμωνιάτικο πρωινό, που ήρθα
και σε ξύπνησα χωρίς να με περιμένεις;
Σε πήρα από το χέρι και περπατήσαμε στους δρόμους,
μέσα στο κρύο και στη βροχή.
Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο.
Δεν λύσαμε κανένα πρόβλημα του κόσμου.
Κρατιόμαστε χέρι-χέρι, λέγαμε ό,τι μας ερχόταν
στο κεφάλι και γελούσαμε.
Δε σου είπα πόσο είχα ανάγκη εκείνη την ημέρα να σε δω.
Πως δεν άντεχα να κουβαλήσω ως το βράδυ
την ψυχή μου.
Δε σου είπα πόσο μου είχες λείψει..
Σου τραγουδά απ' έξω η χαρα.
Γιατί βάζεις μπαμπακι στ' αυτιά σου;
Η μοναξιά! Η μοναξιά ήταν δυο νούμερα μεγαλύτερη
απο την αντοχή του.
Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς;
Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα!
Κι όταν τσακίζεσαι, να ‘χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου, με χαρά μου!
Φτου κι από την αρχή τώρα… Όχι κακομοιριές και κλαψούρες.
Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις…
Όταν κυλιέσαι μαζί της…
Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα…
Κρατάς τις αναμνήσεις σου και προχώρα…
Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ’ αυτό το κόσμο…
Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γης…
"Αλκυόνη Παπαδάκη