"Άγγλοι επιτίθενται αδιάκοπα με σοβαρές δυνάμεις τανκς, πυροβολικό, αεροπορία, πεζικό. Άγγλοι και Έλληνες φασίστες σφάζουν ομαδικά..συλλαμβάνουν εκτοπίζουν Αφρικήν κατά χιλιάδας": Σαν σήμερα, 1 Ιανουαρίου 1945, μετα απο την εκκαθάριση των Ανατολικών Συνοικιών, οι αστικές δυνάμεις και οι Βρετανοί συγκεντρώνονται σε καίρια σημεία.
Ετοιμάζουν μεγάλη επίθεση με στόχο το μέτωπο Γηροκομείο Αμπελόκηποι,ακόμα και την υπερφαλάγγιση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ απο Καλογρέζα και Νέα Ιωνία. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται.
Την ίδια μέρα, Βρετανικό τανκ βομβαρδίζει πολυκατοικία στο σημείο Μαυρομιχάλη και Ναυαρίνου, όπου έχουν οχυρωθεί νεαροί ΕΛΑΣίτες του λόχου σπουδαστών "Λόρδος Μπάυρον". Ακολουθεί μακελειό.
Με τα λόγια του Σπύρου Γκουβέλη, δικηγόρου-τότε μαχητής του ΕΛΑΣ, ("Μέρες και νύχτες του Δεκέμβρη", Καστανιώτης):
"Ξημέρωσε η πρώτη του Γενάρη 1945, ημέρα Δευτέρα. Τα παιδιά του λόχου σπουδαστών Λόρδος Μπάυρον κρατάνε την πολυκατοικία της γωνίας Μαυρομιχάλη και Ναυαρίνου και κάνουν λούφα. Έξω στο δρόμο κυκλοφορούν ελεύθερα οι παπανδρεικοί κι οι Εγγλέζοι πάνοπλοι. Ακούνε τα βήματά τους και τις ομιλίες τους.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν τα μέσα να τους πολεμήσεις. Οδομαχίες μόνο με πιστόλια , αραβίδες, ιταλικές επιθετικές χειροβομβίδες και πού και πού κανένα αυτόματο δε γίνονται.
Αλλά κι οι αντίπαλοι, παρ’ όλο ότι, όπως δείχνουν τα πράγματα, έχουν επισημάνει την πολυκατοικία και γνωρίζουν ότι μέσα βρίσκεται μονάδα του ΕΛΑΣ δε βιάζονται να μπουκάρουν. Θέλουν ν’ αποφύγουν τη μάχη σώμα με σώμα και τις πιθανές απώλειες. Ο χρόνος έτσι κι αλλιώς δουλεύει προς όφελός τους..
..κατά τις έντεκα μια ριπή από το Χημείο γάζωσε το γωνιακό παράθυρο του πρώτου ορόφου. Τα τζάμια κομματιάστηκαν μ’ εντυπωσιακό πάταγο και τα πατζούρια γέμισαν τρύπες. Όμως οι από μέσα δεν απάντησαν γιατί δε γινόταν ν’ ανοίξουνε τα παραθυρόφυλλα. Αν το επιχειρούσαν, θα δίνανε εύκολο στόχο.
Η αγωνία μεγάλωνε. Έχει περάσει το μεσημέρι, όταν ακούγονται οι ερπύστριες τανκς. Αφού δε βλέπουν, η φαντασία τους δουλεύει. Σαν κάποιος βρυκόλακας να σέρνει τις αλυσίδες τους. Ο θόρυβος απομακρύνεται προς τα απάνω, προς την Πλάζα. Σε λίγο ξαναγυρίζει. Ακούγεται δυνατός, σχεδόν εκκωφαντικός. Ύστερα σταματάει. Φαίνεται ότι το τανκ στάθηκε στην οδό Μαυρομιχάλη, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της πολυκατοικίας. Ο Αργύρης προσπαθεί να δει μέσα από τις γρίλιες, από την άκρη βέβαια, γιατί φοβάται να προβάλλει το μπόι του στο κούφωμα.
Και τότε ξαφνικά, χωρίς κανένα σημάδι προειδοποιητικό, χωρίς στ’ αλήθεια να το περιμένει κανείς, μια φοβερή έκρηξη γίνεται και σείεται συθέμελα όλο το κτίριο. Ο Αργύρης, δίχως να καταλάβει πώς, βρίσκεται ξαπλωμένος καταγής, σπρωγμένος από μια ανεξήγητη δύναμη. Κομμάτια από τούβλα και χώματα έχουν πέσει απάνω του.
Το δωμάτιο έχει γεμίσει με καπνούς. Δεν ξεχωρίζει σχεδόν τίποτα. Μια δυνατή μυρουδιά μπαρούτι, κάτι σαν καμένος αέρας, έχει απλωθεί παντού. Σιγά σιγά κάνει μερικές κινήσεις και προσπαθεί να σηκωθεί. Νιώθει ότι ευτυχώς μπορεί. Αλλά είναι ζαλισμένος, σαν να τα ’χει χαμένα..προτού συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έγινε,ακούει βογγητά από το διπλανό δωμάτιο. Σηκώνεται ζαλισμένος κι ο συναγωνιστής από το Κορωπί που’χε κι αυτός πέσει κάτω και πηγαίνουν παραπατώντας κι οι δυο τους προς τα εκεί.
Μόλις μπαίνουν μέσα, βλέπουν ένα θέαμα φοβερό. Ένας άντρας είναι ξαπλωμένος ανάσκελα, στη μέση του δωματίου, ανάμεσα σε τούβλα, χώματα,και καπνούς που σέρνονται στο πάτωμα. Του λείπει τελείως το κεφάλι. Στη θέση του λαιμού φαίνονται κάτι κόκκινα, ματωμένα κρέατα. Θεέ μου, πρέπει να ’ναι ο Τάσος. Το κεφάλι έχει εξαφανιστεί..μια κοπέλα, τη λέγανε Ρίτσα, είναι κι αυτή ξαπλωμένη στην άκρη του δωματίου ακίνητη. Ο Αργύρης τη σκουντά με το πόδι του. Δεν αντιδρά. Είναι νεκρή αλλά τελείως απείραχτη. Μόνο μια μικρή κόκκινη τρυπίτσα, τόση δα, φαίνεται πάνω από το φρύδι της.
Και να, στο βάθος του δωματίου ο Ξενάκης, καθιστός, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και βογγάει. Το πρόσωπό του είναι γεμάτο αίματα. Ένα θραύσμα τον έχει χτυπήσει στο ζυγωματικό, κάτω από το αριστερό μάτι..το απόγευμα βρέθηκαν δυο σκάλες-δεν υπήρχε φορείο- κι απάνω τους τοποθέτησαν τα πτώματα. Τα μεταφέρανε και τ’ ακουμπήσανε στην αυλή μέχρι να δούνε τι θα κάνουνε.
Τον Ξενάκη τον οδήγησαν, υποβαστάζοντάς τον, μέσα από τις τρύπες που είχαν ανοίξει στις μεσοτοιχίες και κατάφεραν να τον περάσουν στην κλινική Σμπαρούνη. Γυρίζοντας από εκεί,οι συνοδοί του είπαν ότι έχασε το μάτι του κι ότι είχε μια μεγάλη ανοιχτή τρύπα στο μάγουλο που δεν την έραψαν ακόμα γιατί οι ιστοί γύρω της είχαν διαλυθεί"