Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος



Νικηφόρος Βρεττάκος - Ποιήματα

Σύντομο Βιογραφικό: Γεννήθηκε τ 1913 στς Κροκες τς Λακωνίας. γκατέλειψε τν Νομικ σχολ γι ν φιερωθε λοκληρωτικά στν λογοτεχνία. ξέδωσε περισσότερες π 15 ποιητικς συλλογς κα ρκετ πεζ ργα. Στ ργα του ξυμνε σο λίγοι τν γάπη, τν ερήνη, τν νθρωπισμ κα τ λληνικ πνεμα. Τιμήθηκε μεταξύ λλων, τρες φορς μ τ Πρτο Κρατικ Βραβεο Ποίησης, καθώς κα μ τ ριστεο Γραμμάτων π τν καδημία θηνν (1982), τς ποίας γινε μέλος τ 1989. Πέθανε στν θήνα τ 1991.
Κύρια ργα: Κατεβαίνονταs στ σιγ τν αώνων (1933), Εκόνες π τ λιοβασίλεμα (1939),  ρωϊκή συμφωνία (1944),  παραμυθένια πολιτεία (1947), Τ βιβλίο τς Μαργαρίτας (1949),  Ταγετος κα σιωπή(1949), Δύο νθρωποι μιλον γι τν ερήνη το κόσμου (1949), Στν Ρόμπερτ πενχάϊμερ (1954),  μητέρα μου στν κκλησία (1957), Βασιλική Δρς (1958),  νας π τος δύο κόσμους (1958), Τ βάθος το κόσμου (1961),κλογ (1966), δύνη (1969), δοιπορία (1972), Διαμαρτυρία (1974), Τ πογευματινό λιοτρόπιο (1976),  Προμηθέας τ παιχνίδι μις μέρας (1979), Λειτουργία κάτω π᾿ τν κρόπολη (1981), Τ ποιήματα (1981),  διακεκριμένος πλανήτης (1983), Συνάντηση μ τ θάλασσα (1991).
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991), γράφει Μιχαλ Περάνθης, εναι «Ποιητς τς λεύθερης φαντασίας, φήνεται σ λυρικς νειροπολήσεις, λλοτε στος κανόνες τς μετρικς καί, συχνότερα, σ ρυθμικ διαδοχ στίχων. διοσυγκρασία εαίσθητη, φύση συναισθηματικ κα γνησίως λυρική, τυλίγει τ γραπτά του μ μι διάχυση τρυφερότητας, δινοντς τος τ πλωμα, τ γύρισμα κα τν λαστικότητα τς φαντασίας του».

πράσινος κπος
χω τρες κόσμους. Μι θάλασσα, ναν
οραν κι ναν πράσινο κπο: τ μάτια σου.
Θ μποροσα ν τος διάβαινα κα τος τρες, ν σς λεγα
πο φτάνει καθένας τους. θάλασσα, ξέρω.
ορανός, ποψιάζομαι. Γι τν πράσινο κπο μου,
μ μ ρωτήσετε.
νθρωπος, κόσμος κα ποίηση
νάσκαψα λη τη γ ν σ βρ.
Κοσκίνισα μς τν καρδιά μου τν ρημο· ξερα
πς δίχως τν νθρωπο δν εναι πλρες
το λιου τ φς. ν, τώρα, κοιτάζοντας
μς π τόση διαύγεια τν κόσμο,
μς π σένα - πλησιάζουν τ πράγματα,
γίνονται εδιάκριτα, γίνονται διάφανα -
τώρα μπορ
ν᾿ ρθρώσω τν τάξη του σ᾿ να μου ποίημα.
Παίρνοντας μία σελίδα θ βάλω
σ᾿ εθεες τ φς.
Ο μουσικο ριθμοί
Χωρς τ μαθηματικ τάξη, δν στέκει
τίποτε: Οτε ορανς ναστρος,
οτε ρόδο. Προπαντς να ποίημα.
Κι ετυχς τι μ᾿ κανε μορα μου
γνώστη τν μουσικν ριθμν,
τι κρέμασε μίαν χτίνα π πλέον
τ στρο τς μέρας στν ρασή μου
κα κάνοντας τ γόνατά μου τραπέζι
ργάζομαι, ς νά ταν ν φτιάξω
ναν ναστρο ορανό, να ρόδο.
νας μικρότερος κόσμος
ναζητ μίαν κτ ν μπορέσω ν φράξω
μ δέντρα καλάμια να μέρος
το ρίζοντα. Συμμαζεύοντας τ πειρο, νχω
τν ασθηση: πς δν πάρχουνε μηχανς
πς πάρχουνε πολ λίγες· πς δν πάρχουν στρατιτες
πς πάρχουνε πολ λίγοι· πς δν πάρχουνε πλα
πς πάρχουνε πολ λίγα, στραμμένα κι ατ πρς τν ξοδο
τν δασν μ τος λύκους· πς δν πάρχουνε μποροι
πς πάρχουνε πολ λίγοι σε πόκεντρα
σημεα τς γς που κόμη δν γιναν μαξωτο δρόμοι.
Τ λπίζει Θες
πς τουλάχιστο μς στος λυγμος τν ποιητν
δν θ πάψει ν πάρχει ποτς παράδεισος.
A smaller world
Nikiforos Vrettakos
A smaller world
(Diary, translated by Rick Μ. Newton)
Ι seek a shore where Ι can fence in
a patch of the horizon with
trees or reeds. Where, gathering infinity,
Ι can have the sense that: there are nο machines
or very few; there are nο soldiers
or very few; there are nο weapons
or very few, and those few aimed at the exit
of the forests with wolves; or that there are nο merchants
or very few at remote
points οn the earth where
paved roads have not yet been laid.
God hopes that
at least in the poets᾿ sobs paradise will never cease to exist.
λληνικ γλσσα
ταν κάποτε φύγω π τοτο τ φς
θ λιχθ πρς τ πάνω πως να
ρυακάκι πο μουρμουρίζει.
Κι ν τυχν κάπου νάμεσα
στος γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω γγέλους, θ τος
μιλήσω λληνικά, πειδ
δν ξέρουνε γλσσες. Μιλνε
μεταξύ τους μ μουσική.
Τhe Greek language
Nikiforos Vrettakos
Τhe Greek language
(translated by Marjorie Chambers)
When Ι sometime leave this light
Ι shall meander upwards like a
murmuring stream.
And if by chance somewhere among
the azure corridors
Ι meet with angels, Ι shall speak
to them in Greek, since
they do not know languages. They
speak among themselves with music.
γρς τν λέξεων
πως μέλισσα γύρω π να γριο
λουλοδι, μοια κ᾿ γώ. Τριγυρίζω
διαρκς γύρω π᾿ τ λέξη.
Εχαριστ τς μακρις σειρς
τν προγόνων, πο δούλεψαν τ φωνή,
τν τεμαχίσαν σ κρίκους, τν κάμαν
νοήματα, τ σφυρηλάτησαν πως
τ χρυσάφι ο μεταλλουργο κ᾿ γινε
μηροι, Ασχύλοι, Εαγγέλια
κι λλα κοσμήματα.
Μ τ νμα
τν λέξεων, ατν τ χρυσ
το χρυσο, πο βγαίνει π᾿ τ βάθη
τς καρδις μου, συνδέομαι· συμμετέχω
στν κόσμο.
Σκεφτετε:
Επα κα γραψα, «γαπ».
Τhe field of words
Nikiforos Vrettakos
Τhe field of words
(translated by Marjorie Chambers)
Like the bee round a wild
flower, so am Ι. Ι prowl
continuously around the word.
Ι thank the long lines
of ancestors who moulded the voice.
Cutting it into links, they made
meanings. Like smelters they
forged it into gold and it became
Homer, Aeschylus, the Gospels
and other jewels.
With the thread
of words, this gold
from gold, which comes from the depths
of my heart, Ι am linked, Ι take part in
the world.
Consider:
Ι said and wrote, «Ι love».
ν δν μο δινες ποίηση Κύριε
ν δ μο δινες τν ποίηση, Κύριε,
δ θχα τίποτα γι ν ζήσω.
Ατ τ χωράφια δ θταν δικά μου.
ν τώρα ετύχησα νχω μηλιές,
ν πετάξουνε κλώνους ο πέτρες μου,
ν γιομίσουν ο φοχτες μου λιο,
ρημός μου λαό,
τ περιβόλια μου ηδόνια.
Λοιπόν; Πς σο φαίνονται; Εδες
τ στάχυά μου, Κύριε; Εδες τ᾿ μπέλια μου;
Εδες τί μορφα πο πέφτει τ φς
στς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ χω κόμη καιρό!
Δν ξεχέρσωσα λο τ χρο μου, Κύριε.
Μ᾿ νασκάφτει πόνος μου κι᾿ κλρος μου μεγαλώνει.
σωτεύω τ γέλιο μου σν ψωμ πο μοιράζεται.
μως,
δν ξοδεύω τν λιό σου δικα.
Δν πετ οτε ψίχουλο π᾿ ,τι μο δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τν ρμι κα τς κατεβασις το χειμνα.
Γιατί θρθει τ βράδι μου. Γιατί φτάνει που νναι
τ βράδι μου, Κύριε, κα πρέπει
νχω κάμει πρν φύγω τν καλύβα μου κκλησι
γι τος τσοπάνηδες τς γάπης.
Μι μυγδαλι κα δίπλα της...
Μι μυγδαλι κα δίπλα της,
σύ. Μ πότε νθίσατε;
Στέκομαι στ παράθυρο
κα σς κοιτ κα κλαίω.
Τόση χαρ δν τν μπορον
τ μάτια.
Δός μου, Θεέ μου,
λες τς στέρνες τ᾿ ορανο
ν στς γιομίσω.
βρύση το πουλιο
Κάνε με ηδόνι Θεέ μου, πρε μου λες
τς λέξεις κι φησέ μου τ φωτιά,
τ λαχτάρα, τ πάθος, τν γάπη,
ν τραγουδ τσι πλά, πως τραγουδοσαν
ο γρλοι μία φορ κι ντιλαλοσε
Πλούμιτσα τ νύχτα. πως βρύση
το Πουλιο μς στ φτέρη. Ν γιομίζω
μ τ μουμούρισμά μου τ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ ορανο. Ν θησαυρίζω
τ νερ τν βροχν κα τς νταύγειες
π᾿ τ θαμα το κόσμου. Ν μ᾿ πλώνουν
τς φοχτες τους ο νθρωποι κι νας νας
ν προσπερνον. Κι διάκοπα ν ρέω
τ ζωή, τν λπίδα, τ λάμψη το λιου,
το λιογέρματος τ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στ ρη, τ χαρά,
τ χρώματα ν ρέω το οράνιου τόξου
κα τ βροχούλα τς στροφεγγις.
τί καλ πού ναι σ᾿ ατν τν κόσμο!
Ερήνη εναι ταν...
Ερήνη, λοιπόν,
εναι ,τι συνέλαβα μς π᾿ τν κφραση
κα μς π᾿ τν κίνηση τς ζως. Κα Ερήνη
εναι κάτι βαθύτερο π᾿ ατ πο ννοομε
ταν δν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Ερήνη εναι ταν τ᾿ νθρώπου ψυχ
γίνεται ξω στ σύμπαν λιος. Κι λιος
ψυχ μς στν νθρωπο.
(πόσπασμα π τ ργο: Δυ νθρωποι
μιλο
ν γι τν ερήνη το κόσμου)
Διεθνς Παιδούπολη Πεσταλότσι
Τ πρόσωπα τν παιδιν εναι πατρίδες
φερμένες δ π᾿ τ τέσσερα σημεα τς γς
γι να διάλογο γάπης. Κοιν τ χορτάρι κι λιος
κα τ χέρια πο παίζουνε. Βλέπετε ατ τ παιδι
πο τ μάτια τους εναι γιομάτα οραν
κα θότητα; Εναι ο διοι ατο
πο σκοτώθηκαν στος πολέμους.
πο ξωσμένοι π᾿ το κόσμου ατο τν διαίρετη
σκην παιτήσανε τ δικαίωμα
ν χαρονε τ γ πο τος γέννησε:
Ν κάθονται πάνω τς ν πορεύονται,
ν μαζεύουν λουλούδια, ν ψαρεύουν στς λίμνες,
ν σκάφτουν, ν χτίζουν, ν θαυμάζουν τν κόσμο
μς π᾿ τν σπρων τους σπιτιν τ παράθυρα
δίχως φόβο· σφαλες κα σότιμοι
πέναντι στ βροχή. Ο διοι πο πάλαιψαν
γενναα τ δυσώπητο σκοτάδι
κα πέσανε. πο καμαν
μορφα νειρα. Δν τανε διαφορετικ
τ γέλιο, τ χέρια, ο κινήσεις τους,
κι μως σκοτώθηκαν. Τ μάτια τους δια
τ φς πο ζητούσανε.
Κάθε πρω
πο βγαίνει λιος στν πόλη το Τρόγγεν,
στ χωρι Πεσταλότσι, τ πράγματα εναι
τ διο πλά, πως λλωστε ταν πάντοτε
σ τοτο τν κόσμο. Μονάχα πς τ πρόσωπα
δ τν παιδιν εναι πατρίδες.
Κάθε πρωί, μ τ διο τραγοδι
κα κάτω π᾿ τν δια πόσχεση
γάπης
λα μαζ
εναι δρόγειος πο προσεύχεται.
Μαζεύω τ πεσμένα στάχια
Μαζεύω τ πεσμένα στάχια ν σο στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω μ τ σπασμένο χέρι μου ,τι μεινε π᾿ τν λιο
ν σο τ στείλω ν ντυθες. μαθα πς κρυώνεις.Τν πράσινή σου φορεσι ν τν φορέσεις τν Λαμπρή!
Θ τρέξουν μ᾿ νθη τ παιδιά.Θ βγον τ περιστέρια,
κ᾿ μάνα σου μ μι ποδιά, πλατιά, γεμάτη γάπη!
Πάρε ποιο δρόμο, ποια κορφή, ρώτα ποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ κος; Ο δρόμοι λης της γς βγαίνουνε στν καρδιά μου!
Μν ξεχαστες κοιτάζοντας τ φς. Τ᾿ κος;... Νρθες!
πιστροφή
Μ σπαραγμ κρατώντας τ βαρι καρδιά μου
βρκα τ πατρικό μου σπίτι ν κοιτάζει,
μς π᾿ τς φυλλωσιές, σν λλοτε, τ δύση.
σπαραγμ κρατώντας τ βαρι καρδιά μου.
Γοργ τ νζάκι μάνα μου τρέχει ν᾿ νάψει.
Κ᾿ ν π᾿ τν πόρτα βλέπω τς γλυκές του λάμψεις,
μ σπαραγμ κρατώντας τ βαρι καρδιά μου
δ μπαίνω μέσα. πέξω κάθομαι κα κλαίω...
Σο στήνω μία καλύβα
Σο στήνω μία καλύβα, στος αἰῶνες τν αώνων,
να κπο ν περπατς,να ρυάκι ν καθρεφτίζεσαι,
μι πλούσια πράσινη φραγ ν μν σ βρίσκει νεμος
πο βασανίζει τος γυμνος - στος αἰῶνες τν αώνων!
Σο στήνω τ᾿ ραμά σου πάνω σ᾿ λους τος λόφους,
ν σο φυσάει τ φόρεμα δύση μ δυ τριαντάφυλλα,
ν γέρνει λιος ντίκρυ σου κα ν μ βασιλεύει,
ν κατεβαίνουν τ πουλι ν πίνουνε στς φοχτες σου
τν παιδικν ματιν μου τ νερ - στος αἰῶνες τν αώνων!
πιστροφ στ βουνό
Δ θ ξανάρθω πι κοντά σου
ν μν κούσεις τ ποτάμι
πο μς στ στθος μου κυλ.
ν δες τν λιο ν σο γνέφει
τν σπερο ν σ ρωτ,
βάλε τ σπάρτα τ μαλλιά σου
τς μυγδαλις στν γκαλιά σου
κι᾿ βγα νυφούλα στ βουν
βγα νυφούλα στ βουνά.
κι᾿ ν σ ρωτήσουνε τ᾿ λάφια,
ν σ ρωτήσουν τ πουλιά,
πές τους: θ βγ μ τ φεγγάρι,
μ τρες γγέλους συντροφιά!
Διπλ γαρύφαλλο στ᾿ φτί μου,
μάνα μου κα τ᾿ λογό μου,
ησος Χριστς κ᾿ φτ παιδιά!
Δίχως σέ
Δίχως σ δν θβρισκαν
νερ τ περιστέρια
δίχως σ δ θναβε
τ φς Θες στς βρύσες του
Μηλι σπέρνει στν νεμο
τ᾿ νθη της, στν ποδιά σου
φέρνεις νερ π᾿ τν ορανό,
φτα σταχυν κι πάνω σου
φεγγάρι π σπουργτες.
Τ παιδ μ τ φυσαρμόνικα
Θ βγ στν κάμπο ν μαζέψω
τ πεσμένα φύλλα το λιου,
ν πλάσω τς κτίδες του -τοτο τ καλοκαίρι-,
ν πλάσω τς κτίδες του σ φύλλα γι ν γράψω
τν οραν κα τ τραγούδι σου, λληνόπουλο!
Γιατ τ χμα δ μ φτάνει! Δ μ φτάνει τ αμα μου!
Γιατ τ δάκρια μου δ φτάνουνε ν πλάσω τν πηλό μου!
Τί ν τ κάνω τ σπίτι μου; ξω σ τραγουδνε!
ξω μιλον γι σένανε! Δέ μου φτάνει φωνή μου!
Θ τρέξω κε πο σ᾿ κουσα ν λς «χι» στ θάνατο.
Θ τρέξω κε πο πήγαινες σφυρίζοντας ντίθετα
στ᾿ στροπελέκι,ντίθετα στ διαταγ
κα στ γλυκ ψωμ τς γς! ντίθετα
στ γαλανά σου μάτια πο ταν γι τν ρωτα!
λεγεο πάνω στν τάφο νς μικρο γωνιστ
Πάνω στ χμα τ δικό σου λέμε τ᾿ νομά μας.
Πάνω στ χμα τ δικό σου σχεδιάζουμε τος κήπους
κα τς πολιτες μας
Πάνω στ χμα σου εμαστε. χουμε πατρίδα.
χω κρατήσει μέσα μου τ ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου φαρμακερς χος το πολυβόλου.
Θυμμαι τν καρδιά σου πο νοιξε,
κ᾿ ρχονται στ μυαλό μου
κάτι κατόφυλλα τριαντάφυλλα
πο μοιάζουνε
σν μιλία το πείρου πρς τν νθρωπο
-τσι μας μίλησε καρδιά σου.
Κ᾿ εδαμε πς κόσμος εναι μεγαλύτερος,
κ᾿ γινε μεγαλύτερος γι ν χωρ γάπη.
Τ πρτο σου παιγνίδι: σύ.
Τ πρτο σου λογάκι: σύ.
παιξες τ φωτιά. παιξες τ Χριστό.
παιξες τν η-Γιώργη κα τ Διγεν.
παιξες τος δεκτες το ρολογιο πο κατεβαίνουνε
π᾿ τ μεσάνυχτα.
παιξες τ φων τς λπίδας, κε πο δν πρχε φωνή.
πλατεα ταν ρημη. πατρίδα εχε φύγει.
ταν καιρός! Δ βάσταξε καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ κος κάτω π᾿ τ στέγη σου τ᾿ νθρώπινα μπουμπουνιτ τς Ερώπης!
ναψες κάτω π᾿ τ σακκάκι σου τ πρτο κλεφτοφάναρο...
Καρδι τν καρδιν! Σκέφτηκες τν λιο, κα προχώρησες...
νέβηκες στ πεζοδρόμιο κ᾿ παιξες τν νθρωπο!
Γαλήνη
Κρεμάστη νάστροφα σελήνη πάνω στ χάος τ γαλαν
κι θες προσμένει τ θεό του σν νθρωπος στν ορανό.
Γράμμα
Δν χω να φύλλο π᾿ τ παλι πράσινα δέντρα.
Σο γράφω τ λύπη μου σ᾿ ατ τ χαρτί.
τόσο λαφρι πο ν στ φέρει νεμος,
τόσο καλ κα τρυφερ πο ν μ παραξενευτε λιος,
εγενικ σν τ σιωπ πο περπατε στ χορτάρι
τ νύχτα, πλ κα καθαρ σν τ νεράκι πο τρέχει
κα δ μαντεύεις πς τ γέννησε χτεσιν καταιγίδα.
Πολλο σκοτώθηκαν. Πολλο ζομε. λοι μας εμαστε
λαβωμένοι. Εναι βαρς π τν πόνο μας κόσμος.
Μ τ σιωπ τς θάλασσας θ λάβεις τ λύπη μου.
Σο στέλνω ατ τ αώνιό μου Μή με λησμόνει!
Εναι να φς διπλωμένο νάμεσα σ᾿ να μικρ συννεφάκι.
Σο στέλνω ατ τ ρνάκι, μι κ᾿ εσαι κοντ στ θεό,
ν τ᾿ δηγήσεις σ᾿ να πράσινο κπο του.
Σο στέλνω ατ τ βρέφος μ τ τσακισμένο ποδαράκι.
νεβασέ το στ παράθυρο μ τν αγερινό,
κοντ στν κόσμο, κοντ στ νειρο,
κοντ στν καλοσύνη σου,πο εναι ζεστ σ μι νάσα μητέρας,
κοντ στ τζάκι πο νειρεύεσαι μ τ χέρι στ μέτωπο
τν ετυχία το πεινασμένου, το στρατιώτη, το ρρωστου.
Βάλτο κοντ στν πράσινη σημαία. Κοντ στ κόκκινο
λογο. Στ μητέρα σου πλάι, πο τριγυρισμένη
π᾿ το Γενάρη τος σπουργτες, γνέθει τν λπίδα.
λτο κοντ στ στεναγμ τς φιλίας. Κοντ-κοντά.
Βάλτο ν κάτσει, κι νοιχτου σν να γέλιο τ παράθυρο
ν δε τν κόσμο.
νάμνηση π᾿ τν Ταΰγετο
στηνε νοιξη τν προτομή μου
σ μικρος λόφους ερήνης,
λαμπε καθισμένο στ ραβδί μου να πουλ π φς
κ᾿ βρεχε ριδισμος στ πρόβατα τ αώνιο σέλας τς γάπης.
Μς στ σιωπή, τ θαλασσ φλοίβησμα το αματός μου
νάδινε τν χο το δραχτιο τς μητέρας μου,
πο φαινε στν σταχτιν τ πράσινο κα τ λευκ μαλλ το αγερινο.
Μικρς ωσφόρος το φωτς στο Ερώτα τς ροδοδάφνες,
παιρνα δίπλα τ βουν βρεγμένος π τ φεγγάρι
μ δυ σπρους κρίνους στν καρδιά,
μ᾿ φτ σημαες στ χείλη,
κι πάνω π τν γερακιν τς τελεύτητες μοναξις
πόπτευα τ σύμπαν, θησαυρίζοντας τοπία
κι λλοτιν φτα στ μνήμη μου.
Τς Σπάρτης ο πορτοκαλιές...
Τς Σπάρτης ο πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια το ρωτα,
σπρισαν π᾿ τ λόγια σου, γείρανε τ κλαδιά τους
γιόμισα τ μικρό μου κόρφο, πγα κα στ μάνα μου.
Κάθονταν κάτω π᾿ τ φεγγάρι κα μ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω π᾿ τ φεγγάρι κα μ μάλωνε:
Χτς σ᾿ λουσα, χτς σ᾿ λλαξα, πο γύριζες -
ποις γιόμισε τ ροχα σου δάκρυα
κα νεραντζάνθια;
Γράμμα στν νθρωπο τς πατρίδας μου
...Μν μ μαρτυρήσεις!
Κα προπαντς ν μν το πες πς μ᾿ γκατέλειψεν λπίδα!
Καθς κοιτς τν Ταΰγετο, σημείωσε τ φαράγγια
πο πέρασα. Κα τς κορφς πο πάτησα. Κα τ στρα
πο εδα. Πές τους π μένα, πές τους π τ δακρυά μου,
τι πιμένω κόμη πς κόσμος
εναι μορφος!
Πλούμιτσα
Πρόσμενες ν μ δες πως τ δέντρο
πο κουνιέται π τ᾿ νθη του!.. μως χι!
Χρειάζεται πολς λιος γι ν᾿ νθίσεις!
Πικραμένος ναχωρητής
Θ φύγω σ ψηλ βουνό, σ ριζιμι λιθάρι
ν στήσω τ κρεβάτι μου κοντ στ νερομάνα
το κόσμου πο βροντοχτυπον ο χοντρς φλέβες το λιου,
ν᾿ πλώσω κε τν πίκρα μου, ν λυώσει πως τ χιόνι.
Μν πιάνεσαι π᾿ τος μους μου κα στριφογυρίζεις
νεμε!
φεγγαράκι μου!
Καλέ μου!
Αγερινέ μου!
Φέξε τ ποροφάραγκο! Βοήθα ν᾿ νηφορήσω!
Φέρνω ζαλι στς πλάτες μου τ χέρια τν νεκρν!
Στ μι μερι χω τ νειρα, στν λλη τς λπίδες!
Κι νάμεσα στς δυ ζαλις τ ματωμένο στέφανο!
Μ μ ρωτς καλέ μου ϊτέ, μ μ ξετάζεις λιέ μου!
Ρίχτε στ δρόμο συνεφι ν μ γυρίσω πίσω!
Κυττάχτηκα μς στ νερό, κατσα κα λογάριασα,
ζύγιασα τ καλ κα τ κακ το κόσμου. Κι ποφάσισα,
ν γίνω τ μικρότερο δερφάκι τν πουλιν!
Μεταρσίωση
Τ πνεμα μου, σν ορανός, σν κεανός, σν θάλασσα,
λύνεται πόψε στ πειρο χωρς ν βρίσκει ναπαμό.
Τς ζνες γύρω του σπασε κα νατινάζεται θερμ
τ πνεμα μου σν ορανός, σν κεανός, σν θάλασσα.
Σν γαλαξίας πέραντος τ σύμπαν σέρνω στ χορό.
λιο τν λιο γκρέμισα, θόλο τ θόλο χάλασα,
κι εμαι σν μίαν πέραντη, πλατι γαλάζια θάλασσα,
πο ο στενο πάνω μου ορανο δ μο σκεπάζουν τ νερό.

Τρία ποιήματα
π τ
«Φιλοσοφία τ
ν λουλουδιν»
ΓΕΝΕΣΗ
Ατ τ γαρύφαλλο, πο κρατώντας το
νάμεσα στ τρία μου δάχτυλα
τ σηκώνω στ φς, μο μίλησε κα
παρ τν κοιν νο μου τ κατανόησα.
Μι᾿ λυσίδα π τέλειωτους γαλαξίες
     συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στ γ φωταψίες
- τ σύμπαν λόκληρο πρε μέρος στ
     γέννηση
ατο το γαρύφαλλου.
Κι᾿ ατ πο κούω εναι ο φωνς
τν μαστόρων του μέσα του.
ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ
ν μ βλέπουν ν στέκομαι
ρθιος, κίνητος, μς
στ λουλούδια μου, πως
ατ τ στιγμή,
θ νόμιζαν πς τ διδάσκω. ν
εμαι γ πο κούω
κι ατ πο μιλον.
χοντας μ στ μέσο
μο διδάσκουν τ φς.
ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ
ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
ναδύθηκε δάσος ζοφερ
π᾿ τ πνεμα μας
κι κάλυψε τν ρίζοντα.
Μόνο τραπο τρυπώνουν
κα χάνονται μέσα στ φόβο.
Μέλλον δν φαίνεται.
Τρέχουν, χορεύουν νύποπτα
γι ,τι γίνεται πάνω τους
τ παιδιά, ν γέρνοντας γύρω
κα κάτω π᾿ τ πόδια τους, (ς
ν᾿ κον τ βο κα ν βλέπουν
τ σύννεφο) σν να πέραντο
παίθριο κκλησίασμα
τ λουλούδια προσεύχονται.

Ποιήματα γι τ διο βουνό
Ι
χι κόμη, δν ρθα ν σ πο-
χαιρετήσω δελφέ, πο σ νέβηκα
πρώτη φορ ταν μουν φς
σ᾿ να μίσχο. Ο περσότεροι
στίχοι μου εναι κτίσματα
πάνω σου. Κι ν λόγος μου
γίνονταν Λόγος, θ μέναμε ρθιοι
τότε κ᾿ ο δυ σν πέτρες
παράλληλες. μως μέσα
στ νάστατο δάσος το κόσμου
σήμερα Λόγος δύσκολα
κούγεται. λλ τ παιδι
τ ξέρω πς μέσ᾿ π τ
βιβλία μου αριο θ μαζεύουν
λουλούδια κα πς θ μιλον
γι τ θαμα - ζωή, κοιτώντας
τν κόσμο μέσ᾿ π᾿ τος στίχους μου.
ΙΙ
Σ νέβαινα, σ κατέβαινα, οραν
φορτωμένος γι τς νάγκες μου.
Ο λέξεις μου, κάλυκες, πρεπε
ν γιομίζουν μ φς. Ο στίχοι μου
γλάστρες στο Θεο τ παράθυρο.
ΙΙΙ
ταν ρθα στν κόσμο κ᾿ εδα
τν λιο, επα: Θ πρέπει κάτι
ν᾿ φήσω πίσω μου φεύγοντας.
Κα τ βρκα ρκετό. Ν᾿ νεβ
στν κορφή σου, ν πετάξω
στ γς να λουλοδι.
IV
Εδα τν κεραυνό, τ φιδίσιο του
τίναγμα. Ταλαντεύονταν λάμποντας
π κάτω ς πάνω τν κορφή σου,
μετέωρος. Κ᾿ σκέψη μου παιξε
μς τ κρανίο μου σν στραπή:
Πηδώντας στ πρτο του, ν᾿ νεβ
να - να, π κάτω ς πάνω
τ λοξ σκαλοπάτια του.
V
οράνια δαντέλα,
σχεδν κυματίζουσα,
τν γραμμν σου, θαρρες
ταν δύει λιος
κα γιομίζει γγέλους.
Προχωρον, νεβαίνουν
π᾿ τς δυ παρυφς
στ μεγάλη κορφή σου.
Συγκεντρώνονται πάνω της
σν μι χορωδία.
σο πο τέλος,
κάποιος π᾿ λους
πλώνει τ χέρι
κι νάβει τν σπερο.
VI
δ πάνω εναι θάνατος γνωστος
λεγα κ᾿ γραφα κάποτε. Κ᾿ ταν
λήθεια. Γινόταν συχνά.
Τ περάσματα κλειναν.
κρύος έρας κ᾿ ο σκις
τς νυχτς δν βρισκαν
δίοδο.
………Συναντιόνταν
τ ξω κα τ μέσα μου φς
κι πλωνόταν δίχως ρια γύρω μου.
VII
μουν δέκα χρονν ταν χάραξα
μ᾿ να σουγι σ μι πλάκα σου
τ᾿ νομά μου, μόλις βγαίνει ν τ
συλλαβίζει λιος. ταν τότε
πο κόμη εχα «γώ» μ πο
ργότερα τό σβησα, καθς
βροχ π᾿ τν πλάκα σου
τ᾿ νομά μου.
………………Τ᾿ νομά μου
φων νς ηδονιο
πο βγαίνει π᾿ τ δάσος
χωρς τ᾿ νομά μου.
Μο ρκε ν γνωρίζω τι
στάζει Θε στς ψυχς
τν παιδιν λάμψη τν λέξεων.
VIII
ποσχόμουν στ να πο ταν λα.
Χαμογελοσα στ να πο ταν λα.
Δν σουν τ να, καλό μου βουνό.
Σ καμα πρόσωπο, σ εδα λα
κα σ εδα πλανήτη. Κ᾿ καμα
να μορφο νειρο: Ν μεταβάλω
μ᾿ ατ τ χαμόγελο πάνω σου
σ κρόσια λιου λα τ σύννεφα,
σ φώσφορο ερήνης μι καταιγίδα.
IX
Εχα νάγκη ν πάρχεις. Ν βρ
ν᾿ κουμπήσω κάπου τ λύπη μου.
Σ καιρος που λα, πρόσωπα,
ασθήματα, δέες, ταν ρευστά,
χρειαζόμουν μι πέτρα στερε
ν᾿ κουμπ τ χαρτί μου.
Μν ποσύρεις τν πέτρα σου,
Κύριε, κα μείνουν τ χέρια μου
στ κενό. χω κόμη ν γράψω.
X
Παλεύοντας διάσχισα νέμους
πολλούς, πο βρίσκαν τ στθος μου
νοιχτ κα μ πάγωναν. δρορρος
κεραυνν τ μέτωπό μου, φαγώθηκε,
τσι πο τώρα ν στεκόμαστε
νας μας ντίκρυ στν λλο,
σν δυ δελφ γκρίζα
πετρώματα.
…………….. γαλήνη σου
μως κα γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στ πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
τν παρξη.
……………. μορα
μο πέτρεψε π᾿ λον τν μέγα
πλοτο πο μν, ν χω
κ᾿ γ στ σύμπαν μι πέτρα.
XI
Πολ τ προσπάθησαν ο σχημοι
τοτοι καιροί, λλ τέλος
δν μο ρήμαξαν τν ψυχ
γι ν μείνει δ, ν στέκεται
δίπλα σου, ν σ ντύνει,
σ ρες χαρμόσυνων μερν,
γγελμάτων.
………………Θά ναι τ γιορ-
τινό σου πουκάμισο.
XII
Θέλω ν φάνω, ν᾿ ποδώσω μ λέξεις
τ ρυθμ το νερο, πο χτυπάει
στ χαλίκια κάτω π᾿ τς φτέρες σου.
Ν᾿ κούγεται μοια κ᾿ ψυχή μου
κυλώντας, λέξη τ λέξη, μέσα
στος στίχους μου, ν ρέει
συνεχς, καθαρά, τρυφερά,
(π δ ορανς κι π κε ορανός)
μουσικ δωματίου μέσα στ χρόνο.
XIII
Μ τς λέξεις σου μίλησα τν τσοπάνηδων
πο τς φύλαξα στ αμα μου. ταν
γυμνς κα τος φόρεσε νδυμα
ν ταιριάζουν στν μιλία μου
μ τν κόσμο - μ τ ζντα κα μή,
πο λα μαζ σχηματίζουνε ναν
ποταμ μορφις, πο δ κριβς,
στος δυό μας νάμεσα κα γύρω π μς,
στ χρο τς γς, τέμνει τν βυσσο.
XIV
Τ ξέρω τι σουν κα πρν
γεννηθ. Τ ψος σου
πάντως βγκε π μέσα μου.

Μς τ διαφάνεια το πρωινο
Μς τ διαφάνεια το πρωινο νοιξα τ παράθυρά μου κα σ᾿ εδ᾿ π᾿ λα τ σημεα χαρούμενη ν κατεβαίνεις, πλαγι-πλαγι τος ορανούς, πλαγι-πλαγι τος λόφους, σ νρχεσαι π τν ρχ κι π᾿ τν πηγ το κόσμου. Κουδούνια κα χαμόγελα τ φόρεμά σου
πο τ φιλον, κα τ γυρίζουν ο αρες στ γαλάζιο
κι εσαι παντο μ μι᾿ γκαλι τριαντάφυλλα πο φέγγουν τς πέτρες χρωματίζοντας γύρω μου ταν βραδιάζει.
Μ ταν νυχτώνει, κλείνοντας τ τέσσερα παράθυρά μου, ν στ σκορο θαλασσ παίρνουν ν᾿ νθίζουν τ᾿ στρα, σμίγω ξω μ το σύμπαντος τ μέγα φς, τ φς σου, λιώνοντας τν εκόνα σου σ᾿ χνινα συννεφάκια.
Κι ν κάτω π᾿ τ στέγη μου γέρνω τ μέτωπό μου
κι κούω σκυμμένος το δικο μου κόσμου τς καμπάνες,
π᾿ ξω πάρχεις σύ: φς, στερέωμα, ορανός,

Ο μικρο γαλαξίες
Πνε κι ρχονται ο νθρωποι πάνω στ γ.
Σταματνε γι λίγο, στέκονται νας
ντίκρυ στν λλο, μιλον μεταξύ τους.
πειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σν πέτρες πο βλέπονται.
μως, σύ,
δ λόξεψες, βάδισες σα, προχώρησες
μς π μένα, κάτω π᾿ τ τόξα μου,
πως κι γώ: προχώρησα ισα, μς π σένα,
κάτω π᾿ τ τόξα σου. Σταθήκαμε νας μας
μέσα στν λλο, σ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυ κόσμους σ πλήρη
λάμψη κα κίνηση, σαστίσαμε κίνητοι
κάτω π᾿ τ θέα τους -
σουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου λες τς στέρνες.
σουνα φς, διαμοιράστηκες. λες
ο φλέβες μου γιναν ξαφνα να
δίχτυ πο λάμπει: στ πόδια, στ χέρια,
στ στθος, στ μέτωπο.
Τ᾿ στρα τ βλέπουνε, τι:
δυ δισεκατομμύρια μικρο γαλαξίες κα πλέον
κατοικομε τ γ.
ν σο λείψω μι νύχτα
ν σο λείψω μι νύχτα μν νησυχήσης
ς τ λλο πρωί, ς τ λλο βράδυ, ς τν Κυριακή,
δ κάπου θ βρίσκομαι σ᾿ ναν ρρωστο δίπλα,
μ᾿ να πικρ ραβδ θ ψάχνω ν βρ μία πηγή.
πόρτα σ πόρτα θ γυρν μ᾿ να ψωμ στ μασχάλη.
χε ναμμένη τ φωτι πάντοτε, γιατ πάντοτε
θ σο γυρίζω μουσκεμένος- χω ζεσταμένο
στ γόνατά σου να πουκάμισο κι χε τ νο σου
στν πόρτα κα στ δημοσι μν κουστ, γιατί,
δίχως λειψ ποφέγγαρο κι στρι, κάθε φορά,
π τν κρη θά ρχομαι τν κόσμου.

Τ δεκατέσσερα παιδιά
«...ν ρχ ν γάπη...» μελωδοσε γιομίζοντας
τ γυμνό σου δωμάτιο μι παράξενη ρπα
καθς σ᾿ παιρνε πνος κα τ χέρι σου, κρύο,
σν κλων λεμονις σ νεκρό, ναπαύονταν
πάνω στ στθος σου. Κ᾿ βλεπες
πς νοιγε τάχα μι πόρτα στν πνο σου.
Πς μπαναν τ δεκατέσσερα παιδι λυπημένα
κα στεκόντουσαν γύρω σου. Τ μάτια τους θύμιζαν
σταγόνες σ τζάμια: «λεος! λεος! λεος!...»Τινάζοντας τ βροχ κα τ χιόνι π πάνω τους,
τ ζύγιαζες μ τ βλέμμα σου σ νθελες ν τος κόψεις
τν ετυχία στ μέτρα τους, ν ρπα συνέχιζεν
παλ μς στν πνο σου: «,τι θέλει κανες
μπορε
ν φτιάξει μ τν γάπη. λιους κι στέρια,
οδνες κα κλήματα...» λλ σ προτιμοσες
μποτίτσες φοδραρισμένες μ μάλλινο,
πουκάμισα κλειστ στ λαιμό-
γιατ φυσάει πολ στ Καλέντζι!
βλεπες πς άβεις μ τ δυό σου χέρια,
βλεπες πς ζυμώνεις μ τ δυό σου χέρια
κι νειρευόσουν πς μπαίνεις στν τάξη
μ δεκατέσσερες φορεσιές,
μ δεκατέσσερα χριστόψωμα στν γκαλιά σου.
λλ ξύπναγες τ πρω κι κουγες πο βρεχε.
Σ δίπλωνε σ μι λύπη τ᾿ διάβροχό σου
κι δρόμος γι τ σχολει γινόταν πι δύσκολος.
Βάδιζες κ᾿ εχες σκυμμένο τ πρόσωπο
σ νταν κάποιος πάνω σου κα ν σ᾿ κρινε
γι τ᾿ δεια σου χέρια. Σ νφταιγες μάλιστα,
σ᾿ λη τ διαδρομ σ μπάτσιζε τ χιονόνερο.
μπαινες στ σχολει κ᾿ πως τ᾿ ντίκριζες
μοιραζόταν σ δεκατέσσερα χαμόγελα τ πρόσωπό σου.
Θυμόσουν πς γκάλη σου ταν μισ
κι νεβαίνοντας πάνω στν δρα σου
νοιγες τ λύπη σου κα τ σκέπαζες
πως ορανς σκεπάζει τ γ.
ρα 8 κα 20´ κριβς.
Τ μάθημα ρχίζει κανονικά.
σ πάνω π᾿ τν δρα κι π᾿ ντίκρυ σου Χριστός,
παλς κα γλυκς μς στ κάδρο του,
δίνετε τ χέρια πάνω π τ κεφάλια τους
ν τος κάμετε μι στέγη π ζεστασι
γιατ σς ρθανε κα σήμερα μουσκεμένα
κ᾿ λύπη περπατάει μς στ μάτια τους
πως σπουργίτης πάνω στ φράχτη.
Τ καλαμπόκι δν ψώμωσε τ περσιν καλοκαίρι
κι κος τ ψωμάκι πο κλαίει μς στς μπόλιες τους.
ρα 10 κα 20´. Τ μάθημα συνεχίζεται.
Ο σπουργίτες σου χτυπον τ φτερά τους.
Τ μολύβι πεθαίνει νάμεσα στ κοκκαλιασμένα τους δάχτυλα.
καρδιά σου εναι τώρα μι στάμνα σπασμένη.
Τ λόγια σου βγαίνουν ργ σ μι βρύση πο στέρεψε:
« μέγας λέξανδρος... μέγας λέξανδρος... μέγας λέξανδρος...».
Τ δάχτυλά σου εναι πέντε. Τ μέτρησες δέκα φορές.
Τ δάχτυλά σου εναι πέντε. Μετρς τ να χέρι σου
᾿ λλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σ συννεφιά-
τ δάχτυλά σου εναι πέντε. Σηκώνεις τ πρόσωπο,
κοιτάζεις τ στέγη, κάνεις πς σκέφτεσαι
σκύβεις πάλι στν δρα, ξεφυλλίζεις τν Ασωπο,
κατεβαίνεις κα γράφεις στ μαυροπίνακα,
κοιτάζεις τν οραν π᾿ τ παράθυρο,
γυρίζεις τ κεφάλι σου λλο,
δ μπορες λλο παρ ν κλάψεις.
Παίρνεις τ μαθητολόγιο στ χέρια σου,
κάτι ψάχνεις ν βρες, τ σηκώνεις διαβάζοντας
κα σκεπάζεις τ πρόσωπό σου.
Τ σύννεφα χουν μπε μς στν τάξη.
ντίκρυ σου κι Χριστς παραδέρνει σ᾿ μηχανία.
Θαρρες κα σηκώνει στ᾿ λήθεια τ χέρια του
νωμένα στ φς πο πέφτει π πάνω του.
Νιώθει στενόχωρα πως τ μεσάνυχτα στ Γεθσημαν
κα δν εμαι κε ν σο χτυπήσω τν μο
κα δν εμαι κε ν σο επ: Δός του θάρρος,
βοήθησέ τον ν βγε π᾿ τ δύσκολη θέση,
κατέβαινε, διάσχισε τν αθουσα γρήγορα,
μν τν φήνεις κτεθειμένο στ βλέμματα τν παιδιν,
δός του να βιβλίο ν κάνει πς συλλαβίζει,
δός του να βιβλίο ν κρύψει τ μάτια του.

Τ καθαρότερο πράγμα τς δημιουργίας
Δν ξέρω, μ δν μεινε καθόλου σκοτάδι.
λιος χύθηκε μέσα μου π χίλιες πληγές.
Κα τούτη τ λευκότητα πο σ περιβάλλω
δ θ τ βρες οτε στς λπεις, γιατ ατς γέρας
στριφογυρν ς κε ψηλ κα τ χιόνι λερώνεται.
Κα στ λευκ τριαντάφυλλο βρίσκεις μι δέα σκόνης.
Τ τέλειο θαμα θ τ βρες μοναχ μς στν νθρωπο:
λευκς κτάσεις πο κτινοβολον ληθιν
στ σύμπαν κα περέχουν. Τ πι καθαρ
πράγμα λοιπν τς δημιουργίας δν εναι τ λυκόφως,
οτε ορανς πο καθρεφτίζεται μς στ ποτάμι,
οτε λιος πάνω στς μηλις τ᾿ νθη. Εναι γάπη.

Δίχως πανί
Δίχως πανί, δίχως κουπί, ν μς σέρνει
γιαλός μας,
δίχως στρο ν μς θέλει νύχτα,
δίχως λιο ν μς καλε ημέρα,
πο εναι ο κόσμος;

Δειλινά
Τ βήματα το φθινοπώρου ντήχησαν
νωρίς, κι επε μ πίκρα δελφή μου:
« νυχτεριν βροχ τ ρόδα μας
τ μάδησε, δελφούλη μου, κα τώρα;»
να βιβλίο ρομαντικ θ συλλογίστηκε...
Μ γ ναμέτρησα στ νο μου τς στορίες
γύρω π᾿ ατ τ όδα πο πεθάνανε
στ φύση νάμεσα κα στν καρδιά μου.

Κάτω π σκις κα φτα
Τν καιρ πο γεννήθηκα-
κενα τ χρόνια, μο χε Θες
φυλάξει τ δέντρα. ταν στέρια στν ορανό...
Μπροστά μου Ταΰγετος στεκόταν νέπαφος...
ταν κόσμος τοτος τόσο μορφος, πο μπέρδευε εκολα
κανες τ φαινόμενα...
Τν καιρ πο γεννήθηκα-κενα τ χρόνια,
δν πλανιότανε οτε ποψία κακς φωτις στν ρίζοντα.

Ατοβιογραφία
Μεταφέρω π τόπο σ τόπο
τ λύπη μου, ατ τ καλύβι
μ τ λάχιστα πράγματα:
τ χαρτιά, τς μνμες, τς πέννες μου.
Τ πι μεγάλο μου π᾿ λα
τ πράγματα, μς
στν δειο μου χρο,
εναι τ χέρια μου.

Ατοβιογραφία (ποσπάσματα)
Μ μο σκοτώσετε τ νερό.
Μ μο σκοτώσετε τ δέντρα.
Μ μο ξεσκίστε ατς τς θεες σελίδες πο τς γράψανε
τ᾿ σύλληπτο φς κι σύλληπτος χρόνος
κι που σταθ μ περιβάλλουν.
Μ μο σκοτώσετε τς γς τ ποίημα!...
...πιστρατέψετε τν αωνιότητα,
νάβοντας τ στρο: «γάπη».
πιστρατέψετε τν αωνιόττητα, νάβοντας
ψηλότερα π᾿ λα, πάνω π᾿ τ τοιμο
βάραθρο, τ στρο: «νθρώπινο μέτωπο!»...
...Σς παρακαλομε:
φστε μας τ πράγματα. Μ μς τ κατε.
φστε τ ντομα ν βρίσκουνε τ᾿ νθη τους.

Μν γγίζετε!
φστε ατν τν μορφο κόσμο ν διαιωνίζεται
νακυκλώνοντας τ αριο μς στς πηγές του πως
τν καιρ πο γεννήθηκα ς ν᾿ ναδύεται,
κάθε πρωί, γι πρώτη φορά, μς
π᾿ τς ρόδινες γάζες τς γέννας του.
Σβστε στν λιο τν κακ φωτιά.
Μ μς σκοτώνετε!

πόκριση
στν ποιητ Θανάση Παπαθανασόπουλο
λιος μοιράζεται σ κομμάτια
μέσα στος ποιητές. Εναι τ ντίδωρο
πο Θες διανέμει στος ντολες του.
Συμμετέχουμε στν πόθεση το φωτός.
ν φτιάχνουν κενοι, πουλον, διακινον
που γς κι που νθρωποι πλα
κι ποθηκεύουν αμα σκοτώνοντας νειρα
μες προσπαθομε:
Ν φτιάξουμε
ναν οραν μ λίγες λέξεις.

Τ παιδ μ τ σάλπιγγα
ν μποροσες ν κουστες
θ σο δινα τν ψυχή μου
ν τν πς ς τν κρη το κόσμου.
Ν τν κάνεις περιπατητικ στέρι ξύλα
ναμμένα γι τ Χριστούγεννα-στ τζάκι το Νέγρου
το λληνα χωρικο. Ν τν κάνεις νθισμένη μηλι
στ παράθυρα τν φυλακισμένων. γ
μπορε ν μν πάρχω ς αριο.
ν μποροσες ν κουστες
θ σο δινα τν ψυχή μου
ν τν κάνεις τς νύχτες
ρατς νότες, γχρωμες,
στν έρα το κόσμου.
Ν τν κάνεις γάπη.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

My Blog List

Followers